θυήλημα

θῠ-ήλημα, ατος, τό,
A sacrificial offering, Thphr.Char.10.13:—[dialect] Ion. [full] θυαλήματα SIG57.38 (Milet., v B.C.); cf. θύλημα.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • θυήλημα — και ιων. τ. θυάλημα, και διάφ. τ. θύλημα*, τὸ (Α) [θυηλούμαι] ιερή προσφορά, θυσία …   Dictionary of Greek

  • θυηλήματα — θυήλημα sacrificial offering neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θύλημα — και θυήλημα, τὸ (Α)·1. αυτό που προσφέρεται, η ιερή προσφορά, η θυσία 2. συν. στον πληθ. τὰ θυλήματα το θυμίαμα, τα πλακούντια*. [ΕΤΥΜΟΛ. Συγκεκομμένος τ. τού θυήλημα < θυηλούμαι] …   Dictionary of Greek

  • θυάλημα — θυάλημα, τὸ (Α) ιων. τ. τού θυήλημα* …   Dictionary of Greek

  • θύημα — θύημα, τὸ (Α) 1. θυήλημα*, ιερή προσφορά, θυσία 2. (κατά τον Ιπποκρ.) «αρώματα». [ΕΤΥΜΟΛ. < θύος, πιθ. μέσω ενός αμάρτυρου παρ. ρ. *θυάω] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.